Ελλάδα - Συμβούλιο της Επικρατείας, 8 Μαίου 2012, 1661/2012

Country of Decision:
Country of Applicant:
Date of Decision:
08-05-2012
Citation:
ΣτΕ 1661/2012
Court Name:
Συμβούλιο της Επικρατείας, Τμήμα Δ’
Printer-friendly versionPrinter-friendly version
Headnote: 

Αίτηση ακυρώσεως κατά του Υπουργού Δημόσιας Τάξης

Πρόσφυγες και υπαγωγή στο ειδικό προστατευτικό καθεστώς της Διεθνούς Συμβάσεως της Γενεύης. Αποκλείονται της προστασίας όσοι έχουν διαπράξει σοβαρό αδίκημα του «κοινού ποινικού δικαίου». Το αδίκημα που διέπραξε ο αιτών (απόπειρα ανθρωποκτονίας Ινδού Πρέσβη στη Ρουμανία), δεν υπάγεται στις έννοιες του «πολιτικού», «σύνθετου» ή «συναφούς» εγκλήματος, έστω και αν τελέσθηκε με αφορμή τα πολιτικά φρονήματα του δράστη ή τις αρχές του ή προς τον σκοπό τέτοιων επιδιώξεων. Η εφαρμογή της ρήτρας αποκλεισμού δεν κάμπτεται από το γεγονός ότι ο ενδιαφερόμενος έχει ήδη εκτίσει την καταλογισθείσα ποινή. Αιτιολογημένη η κρίση περί διάπραξης από τον αιτούντα σοβαρού ποινικού αδικήματος. Αντίθετη μειοψηφία. Συνεκτιμήθηκε η σοβαρότητα της διώξεως που κινδυνεύει να υποστεί ο αιτών σε περίπτωση επιστροφής του στην Ινδία και εγκρίθηκε η μη επαναπροώθησή του στη χώρα του, ενώ ανεστάλη η εκτέλεση της απελάσεώς του και επετράπη, για ανθρωπιστικούς λόγους, η προσωρινή παραμονή του. Απορρίπτεται η αίτηση ακύρωσης.

Facts: 

Ο αιτών, υπήκοος Ινδίας εισήλθε λάθρα στην Ελλάδα στις 11.11.1998 μέσω Βουλγαρίας και συνελήφθη αυθημερόν, με άλλους ομοεθνείς του. Ενώ εκρατείτο προς απέλαση υπέβαλλε στις 13.11.2008 αίτημα χορηγήσεως πολιτικού ασύλου, ισχυριζόμενος δια διερμηνείας, ότι είχε εγκαταλείψει τη χώρα του φοβούμενος δίωξη για θρησκευτικούς και πολιτικούς λόγους. Ειδικότερα, ο αιτών ισχυρίστηκε ότι ήταν οπαδός του θρησκεύματος Σιχ και μέλος πανινδικής φοιτητικής οργανώσεως καθώς και αντικαθεστωτικής οργανώσεως της οποίας η δραστηριότητα αποσκοπούσε στην ανεξαρτητοποίηση της περιοχής Καλιστάν. Για τη δράση του αυτή ο αιτών ισχυρίστηκε ότι τραυματίσθηκε στην κοιλιακή χώρα από σφαίρα όπλου και υπήρξε θύμα διωγμού από τις τοπικές αρχές, όπως και άλλα μέλη της οικογενείας του. Φοβούμενο για τη ζωή του, ο αιτών, αναχώρησε αεροπορικώς για την Ελβετία από την οποία, κατόπιν επτάμηνης διαμονής, κατέφυγε το 1991 στην Ρουμανία, όπου διέμεινε μέχρι την άφιξή του στην Ελλάδα. Ο ανωτέρω δήλωσε επίσης ότι σκοπός της παραμονής του στη Ρουμανία ήταν η συνάντηση με τον διαπιστευθέντα στο Βουκουρέστι Ινδό Πρέσβη, τον οποίο, μετά από σχετική λογομαχία και ευρισκόμενος «εκτός εαυτού», αποπειράθηκε να φονεύσει για τον λόγο ότι αυτός, ως Διοικητής της Αστυνομίας στο Παντζάμπ κατά την περίοδο 1986-1988, ήταν υπεύθυνος για τον θάνατο 16.000 οπαδών του θρησκεύματος Σιχ καθώς και για τη φυλάκιση μελών της οικογένειάς του.  Περαιτέρω, με απόφαση του Τοπικού Στρατιωτικού Δικαστηρίου του Βουκουρεστίου ο αιτών καταδικάσθηκε σε συνολική ποινή δεκαετούς καθείρξεως για διάπραξη του εγκλήματος της απόπειρας διακεκριμένης ανθρωποκτονίας ιδιαιτέρως βαριάς μορφής κατά εκπροσώπου ξένου κράτους και του εγκλήματος της μη τηρήσεως του κανονισμού περί όπλων και πυρομαχικών, καθόσον, στο πλαίσιο οργανωμένης ομάδας και κατόπιν σχετικής προετοιμασίας ο αιτών, από κοινού με τέσσερις ομοεθνείς του Σιχ, στις 20.8.1991 άνοιξε πυρ κατά του ως άνω Ινδού Πρέσβη και της συζύγου του και, αφού τους ακολούθησε ενώ προσπαθούσαν να διαφύγουν, τραυμάτισε τον ανωτέρω προκαλώντας του μόνιμη αναπηρία. Αποφυλακισθείς με περιοριστικούς όρους στις 28.4.1998 λόγω καλής διαγωγής, στις 29.4.1998 υπέβαλε στις ρουμανικές αρχές αίτημα πολιτικού ασύλου, το οποίο απορρίφθηκε στις 6.11.1998. Έπειτα, ο αιτών εισήλθε λάθρα στην Ελλάδα (11.11.1998) όπου κατέθεσε αίτηση ασύλου. Η αίτηση αυτή απορρίφθηκε εφόσον κρίθηκε ότι ο αιτών, αν και κατ’αρχήν διαθέτει την προσφυγική ιδιότητα κατά την Σύμβαση της Γενεύης, πρέπει να αποκλεισθεί του ειδικού προστατευτικού καθεστώτος λόγω διαπράξεως σοβαρού αδικήματος του ‘κοινού ποινικού δικαίου’ κατ’εφαρμογή του άρθρου 1 παράγραφος ΣΤ’ περίοδος β’ της άνωθεν Σύμβασης. Κατά της απορριπτικής απόφασης ο αιτών άσκησε ενδικοφανή προσφυγή, με την οποία ζητούσε την επανεξέταση του αιτήματός του για τους λόγους που επρόκειτο να εκθέσει κατά τη σχετική διαδικασία. Με την προσβαλλόμενη 3/443581/30.3.1999 απόφαση του Υπουργού Δημόσιας Τάξης, που εκδόθηκε κατ’ επίκληση του από 11.2.1999 πρακτικού της γνωμοδοτικής Επιτροπής, απορρίφθηκε σε δεύτερο βαθμό το αίτημα του αιτούντος περί υπαγωγής του στο ειδικό προστατευτικό καθεστώς της Διεθνούς Συμβάσεως της Γενεύης, κατ’ εφαρμογή της ρήτρας αποκλεισμού του άρθρου 1 παρ. ΣΤ περ.β ́ της αυτής Συμβάσεως.

Decision & Reasoning: 

Το Συμβούλιο της Επικρατείας έκρινε ότι η Διοίκηση αιτιολόγησε επαρκώς και νόμιμα την απόφασή της εφόσον έλαβε υπόψην τις κατευθυντήριες αρχές που αναφέρονται στο Εγχειρίδιο της ‘Υπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες όσον αφορά στη χρήση κοινών κριτηρίων εφαρμογής της ρήτρας αποκλεισμού και ειδικότερα, τη συμπεριφορά του αιτούντος η οποία χαρακτηρίζεται ως εγκληματική και υποκινούμενη από μη γνήσιο πολιτικό κίνητρο. Η Διοίκηση βρήκε ότι έχει διασπασθεί ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ του διαπραχθέντος εγκλήματος και του αποδιδομένου από αυτόν πολιτικού σκοπού για την εκτέλεσή του. Η Διοίκηση επίσης έκρινε εν προκειμένω ότι δεν υπερτερεί εν όψει των προεκτεθέντων ο πολιτικός σκοπός του ποινικού χαρακτήρα του αδικήματος, το οποίο, συνεπώς αποτελεί μη πολιτικό έγκλημα κατά τη Συνθήκη της Γενεύης. Το Συμβούλιο της Επικρατείας έκρινε ότι η κρίση της Διοικήσεως, κατά την οποία αξιολογούνται τα προσδιοριστικά στοιχεία του μη πολιτικού χαρακτήρα του διαπραχθέντος από τον αιτούντα αδικήματος, είναι νομίμως και επαρκώς αιτιολογημένη και απέρριψε τους περί αντιθέτου προβαλλόμενους λόγους ακύρωσης.

Το Συμβούλιο της Επικρατείας έκρινε ότι ο προβαλλόμενος  ειδικότερος λόγος ακυρώσεως κατά τον οποίο το υπο εξέταση αδίκημα αποτελεί «σύνθετο» πολιτικό έγκλημα, κατά τη νομολογία του Αρείου Πάγου, πρέπει επίσης να απορριφθεί. Το Συμβούλιο της Επικρατείας απέρριψε αυτόν τον ισχυρισμό διότι ό́σον αφορά στην εφαρμογή της Συμβάσης της Γενεύης, το εννοιολογικό περιεχόμενο του «πολιτικού» εγκλήματος, όπως και του «σύνθετου» πολιτικού εγκλήματος ή του «συναφούς» προς πολιτικό έγκλημα, δεν προσδιορίζεται βάσει κανόνων της οικείας εσωτερικής έννομης τάξης, ως χώρας παροχής ασύλου. Το Συμβούλιο της Επικρατείας έκρινε ότι το διαπραχθέν αδίκημα δεν εμπίπτει στην έννοια των εν λόγω όρων, καθόσον, κατά τη νομολογία ως «πολιτικό» μεν έγκλημα, σε αντιδιαστολή προς το έγκλημα του κοινού ποινικού δικαίου, νοείται το έγκλημα που στρέφεται ευθέως κατά της Πολιτείας και τείνει στην ανατροπή ή αλλοίωσή της κατά το ισχύον πολίτευμα καθεστηκυίας τάξεως, δηλαδή νοείται μόνο το έγκλημα της εσχάτης προδοσίας και οι προπαρασκευαστικές πράξεις αυτού. Ως «σύνθετο» δε πολιτικό έγκλημα ή «συναφές» προς πολιτικό έγκλημα θεωρείται εκείνο που τελεί σε τέτοια συνάφεια προς το πολιτικό έγκλημα, ώστε η προσβολή που επέρχεται σε κάποιο έννομο αγαθό να έχει ως αποτέλεσμα την παρασκευή των μέσων για τη διάπραξη πολιτικού εγκλήματος υπό την προεκτεθείσα έννοια, το οποίο προϋποθέτει ως τελεσθέν. Περαιτέρω, το Συμβούλιο της Επικρατείας έκρινε ότι κάθε άλλο έγκλημα το οποίο δεν έχει τέτοιο χαρακτήρα, όπως το αδίκημα του αιτούντος, δεν υπάγεται στις προεκτεθείσες έννοιες εγκλήματος έστω και εάν τελέσθηκε από τον δράστη με αφορμή τα πολιτικά φρονήματά του ή τις αρχές του ή προς τον σκοπό τέτοιων επιδιώξεων. Τέλος το Συμβούλιο της Επικρατείας τόνισε ότι ενόψει του προεκτεθέντος σκοπού της θεσπίσεώς της, η εφαρμογή της ρήτρας αποκλεισμού του άρθρου 1 παρ. ΣΤ περ.β ́ της Συμβάσεως της Γενεύης δεν κάμπτεται από το γεγονός και μόνο ότι ο ενδιαφερόμενος να υπαχθεί στο ειδικό προστατευτικό καθεστώς των προσφύγων έχει ήδη εκτίσει την καταλογισθείσα σε βάρος του ποινή για διαπραχθέν από αυτόν αδίκημα του κοινού ποινικού δικαίου, αλλά το στοιχείο αυτό συνεκτιμάται με τα λοιπά πρόσφορα στοιχεία κατά την αξιολόγηση του εν λόγω αδικήματος.

Όσον αφορά στον προβαλλόμενο ισχυρισμό, κατά τον οποίο η Διοίκηση παρανόμως δεν συνεκτίμησε τη σοβαρότητα της διώξεως που κινδυνεύει να υποστεί ο αιτών σε περίπτωση επιστροφής του στην Ινδία σε σχέση με το διαπραχθέν αδίκημα, το Συμβούλιο της Επικρατείας έκρινε ότι πρέπει να απορριφθεί ως αλυσιτελώς προβαλλόμενος. Η κρίση αυτή προέκυψε επειδή με την 3/443581/30.3.1999  απόφαση του Γενικού Γραμματέα του Υπουργείου Δημόσιας Τάξης εγκρίθηκε η μη επαναπροώθηση του αιτούντος στην Ινδία και περαιτέρω ανεστάλη η εκτέλεση της απελάσεως του αιτούντος από τη χώρα και επετράπη, για ανθρωπιστικούς λόγους, η προσωρινή παραμονή του, προκειμένου να προετοιμάσει ο ίδιος την αναχώρησή του σε χώρα της επιλογής του. Επίσης το Συμβούλιο της Επικρατείας συνεκτίμησε ότι με την 3/443581/17.9.2001 απόφαση του Γενικού Γραμματέα του Υπουργείου Δημόσιας Τάξης χορηγήθηκε στον αιτούντα, κατόπιν αιτήσεώς του, άδεια παραμονής για ανθρωπιστικούς λόγους. Τούτο δε, ανεξαρτήτως του ότι, όπως έχει ήδη εκτεθεί, η Διοίκηση συνεκτίμησε τον βαθμό της απειλούμενης διώξεως του αιτούντος σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής, στο πλαίσιο σταθμίσεως και της προστασίας που αυτός τυγχάνει από τον απόλυτο χαρακτήρα της απαγορεύσεως επαναπροωθήσεως στη χώρα καταγωγής, εφόσον διατρέχει κίνδυνο να υποβληθεί σε βασανιστήρια ή άλλη απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή ποινή.

Outcome: 

Η αίτηση απορρίφθηκε ως αβάσιμη. Το δικαστήριο διέταξε την κατάπτωση του παραβόλου και επέβαλε στον αιτούντα τη δικαστική δαπάνη του Δημοσίου.

Observations/Comments: 

Αυτό αφορά όλες τις διατάξεις από Οδηγίες ή Κανονισμούς που είναι σχετικοί/εφαρμόσιμοι, ακόμη και αν δεν χρησιμοποιήθηκαν από το δικαστήριο.

Δικαστές Π. Πικραμμένος, Αντιπρόεδρος, Προεδρεύων, σε αναπλήρωση του Προέδρου του Τμήματος και της Αναπληρώτριας Προέδρου, που είχαν κώλυμα, Χρ. Ράμμος, Π. Κοτσώνης, Αικ. Χριστοφορίδου, Ε. Νίκα, Σύμβουλοι, Β. Κίντζιου, Χρ. Μπολόφη, Πάρεδροι. Γραμματέας η Αικ. Ρίπη.

Other sources cited: 

Συμβούλιο της Επικρατείας C.E. 23/02/2001

Συμβούλιο της Επικρατείας M.T. και CRR 05/07/2004

Συμβούλιο της Επικρατείας M.D. 25/07/2005

2661/20.12.2005 απόφαση του Α’ Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών