Ελλάδα - Συμβούλιο της Επικρατείας, 5 Φλεβάρη 2008, 441/2008

Country of Decision:
Country of Applicant:
Date of Decision:
05-02-2008
Citation:
ΣτΕ 441/2008
Additional Citation:
ΣτΕ (ΕΑ) 495/2000 (Επιτροπή Αναστολών)
Court Name:
Συμβούλιο της Επικρατείας, Τμήμα Δ’
Printer-friendly versionPrinter-friendly versionPDF versionPDF version
Headnote: 

Απέλαση αναγνωρισμένου πρόσφυγα (άρθρα 32 και 33 της Σύμβασης του 1951 για το Καθεστώς των Προσφύγων) μετά από καταδίκη του για  αδίκημα του κοινού ποινικού δικαίου  Ιδιαίτερα σοβαρό αδίκημα. Κίνδυνος για την Δημόσια Τάξη και Ασφάλεια  Για τη νόμιμη αιτιολόγηση πράξης απέλασης πρόσφυγα δεν αρκεί η επίκληση της τελεσίδικης καταδικαστικής απόφασης για ιδιαιτέρως σοβαρό αδίκημα, αλλά απαιτείται η διατύπωση από τη Διοίκηση ειδικής κρίσης περί του ότι ο καταδικασθείς πρόσφυγας, λόγω των συνθηκών υπό τις οποίες τέλεσε το αδίκημα και της όλης προσωπικότητάς του, αποτελεί εφεξής κίνδυνο για το κοινωνικό σύνολο, σε τέτοιο βαθμό, ώστε η παραμονή του στην Ελλάδα να μην είναι πλέον ανεκτή και να επιβάλλεται η άμεση απομάκρυνσή του από τη χώρα

Δεν συνιστά λόγο ανάκλησης του καθεστώτος του πρόσφυγα η απειλή κατά του εννόμου αγαθού της δημόσιας τάξης αφού δεν αναφέρεται ρητά στους λόγους παύσης της προσφυγικής ιδιότητας, σύμφωνα με το άρθρο 1 Γ της Σύμβασης της Γενεύης . Επιπλέον υπάγεται στην αρμοδιότητα του Συμβουλίου της Επικρατείας η ακύρωση πράξης που έχει εκδοθεί κατ’ επίκληση των άρθρων 32 και 33 της Διεθνούς Σύμβασης της Γενεύης περί της νομικής κατάστασης των Προσφύγων και αφορά στην απέλαση αλλοδαπού, που έχει υπαχθεί στο καθεστώς της εν λόγω Διεθνούς Σύμβασης και διατηρεί την ιδιότητα του πρόσφυγα.

Αναρμοδιότητα του οργάνου, που εξέδωσε την προσβληθείσα απόφαση (Γενικός Γραμματέας Υπουργείου Δημόσιας Τάξης αντί του αρμόδιου Υπουργού Δημόσιας Τάξης)

Facts: 

Αίτηση ακυρώσεως κατά αποφάσεως του Υπουργού Δημόσιας Τάξης 

Oαιτών, τουρκικής ιθαγένειας, αναγνωρίσθηκε το 1989 ως πρόσφυγας, (άρθρο 1Α της Διεθνούς Συμβάσεως της Γενεύης) με απόφαση του Υπουργού Δημοσίας Τάξης. Το 2000  ο αιτών καταδικάσθηκε τελεσιδίκως, (Εφετείο Αγρινίου 846/24.3.2000), σε συνολική ποινή φυλακίσεως δεκαοκτώ μηνών,  που μετατράπηκε σε χρηματική  καθώς και σε συνολική χρηματική ποινή 300.000 δραχμών για τα αδικήματα της υπεξαγωγής εγγράφων, της παράνομης, χωρίς άδεια, απασχολήσεως αλλοδαπών και της διευκολύνσεως  παράνομης παραμονής αλλοδαπών στην ελληνική επικράτεια Ακολούθησε η έκδοση  απόφασης  του Γενικού Γραμματέα  του Υπουργείου  Δημοσίας Τάξεως, με την οποία ανακλήθηκε η υπουργική πράξη περί αναγνωρίσεως του αιτούντος ως πρόσφυγα και διετάχθη η απέλασή του από τη Χώρα, με την αιτιολογία ότι ο αιτών  «κατά τη διάρκεια της εδώ παραμονής του, υπό καθεστώς πρόσφυγα, ανέπτυξε έκνομη δραστηριότητα και μετέσχε σε πράξεις ικανές να πλήξουν τη δημόσια ασφάλεια της Χώρας».  Κατά της αποφάσεως αυτής του Γενικού Γραμματέα ο αιτών άσκησε ενδικοφανή προσφυγή.  Η προσφυγή έγινε δεκτή, με την προσβληθείσα απόφαση του Υπουργού Δημοσίας Τάξεως και κατόπιν της σχετικής Γνωμοδότησης της Ειδικής Επιτροπής, κατά  το μέρος που αφορούσε στην ανάκληση της πράξεως  αναγνωρίσεως  της προσφυγικής ιδιότητος και υπαγωγής του αιτούντος στο καθεστώς  της Συμβάσεως της Γενεύης, με την αιτιολογία ότι «η απειλή κατά του έννομου αγαθού της δημόσιας τάξης δεν αναφέρεται ρητά στους λόγους παύσης  της προσφυγικής ιδιότητας , σύμφωνα με το άρθρο 1 Γ της Σύμβασης της Γενεύης».  Κατά  τα λοιπά, όμως, ο Υπουργός Δημόσιας Τάξεως απέρριψε την προσφυγή και διέταξε, κατ’ επίκληση των άρθρων 32 και 33 της Διεθνούς Συμβάσεως της Γενεύης, την απέλαση του αιτούντος  από τη χώρα, αναφέροντας τα εξής:  «Η απειλή κατά του έννομου αγαθού της δημόσιας τάξης (……..) αναφέρεται (…..) στα άρθρα 32 και 33 της (….)Σύμβασης ως λόγος που επιτρέπει την απέλαση του πρόσφυγα και, ως εκ τούτου, απορρίπτεται η προσφυγή του, ως προς το σκέλος της απόφασης, που διατάσσει την απέλασή του, διότι, κατά τη διάρκεια της εδώ παραμονής του, υπό καθεστώς πρόσφυγα συνελήφθη και καταδικάσθηκε τελεσιδίκως για ιδιαιτέρως σοβαρά αδικήματα και ως εκ τούτου, θεωρείται ότι αποτελεί κίνδυνο για τη Χώρα». Ο Υπουργός δεν έλαβε υπ’ όψιν τη  διατυπωθείσα γνώμη από την πλειοψηφία των μελών (ρητή γνώμη από 2 μέλη και υπό τη μορφή επισήμανσης από 1 μέλος σε σύνολο  5 μελών) της Ειδικής Γνωμοδοτικής Επιτροπής και δεν αιτιολόγησε ειδικώς την απόφασή του, περί της συνδρομής των όρων προστασίας του αιτούντος σύμφωνα με τα άρθρα 3 της ΕΣΔΑ, 3 της UNCATκαι 33 της Σύμβασης της Γενεύης. 

Decision & Reasoning: 

Το Δικαστήριο αποφάσισε την ακύρωση της προσβληθείσας απόφασης, ως πλημμελώς αιτιολογημένης για τους εξής λόγους :

Έκρινε ότι όταν εκδίδεται , κατ’ επίκληση λόγων δημοσίας τάξεως, πράξη απελάσεως αλλοδαπού, ο οποίος έχει την ιδιότητα του πρόσφυγα, απαιτείται η διατύπωση από τη Διοίκηση  σχετικής εξατομικευμένης κρίσεως, η οποία μπορεί να λάβει χώρα και κατόπιν  τελεσίδικου καταδίκης του ενδιαφερομένου από ποινικό δικαστήριο για ιδιαιτέρως σοβαρό αδίκημα (άρθρα 32 και 33 της Διεθνούς Συμβάσεως της Γενεύης σε συνδυασμό προς το άρθρο 6 του Π.Δ. 61/1999 το οποίο  παραπέμπει  σε αμφότερες τις ως άνω διατάξεις της Διεθνούς Συμβάσεως, χωρίς ειδικότερες διακρίσεις ως προς το πεδίο εφαρμογής τους).  Το Δικαστήριο έκρινε ειδικότερα ότι εν όψει, των οριζομένων στο άρθρο 33 παράγραφος 2 της Συμβάσεως της Γενεύης,για τη νόμιμη αιτιολόγηση της πράξεως απελάσεως του πρόσφυγα, δεν αρκεί απλά η επίκληση της υπάρξεως, εις βάρος του, τελεσίδικης καταδικαστικής αποφάσεως για ιδιαιτέρως σοβαρό αδίκημα. Απαιτείται, επιπλέον, η διατύπωση από τη Διοίκηση ειδικής κρίσεως  περί του ότι ο καταδικασθείς, λόγω των συνθηκών υπό τις οποίες τέλεσε το αδίκημα και της όλης προσωπικότητός του, αποτελεί εφεξής κίνδυνο για το κοινωνικό σύνολο, σε τέτοιο βαθμό, ώστε η παραμονή του στην Ελλάδα να μην είναι πλέον ανεκτή και να επιβάλλεται η άμεση απομάκρυνσή του από τη Χώρα. Και τούτο επειδή  ακριβώς  ο καταδικασθείς  έχει υπαχθεί στο ειδικό προστατευτικό καθεστώς του πρόσφυγα της Συμβάσεως της Γενεύης ως προσώπου δηλαδή που κινδυνεύει να διωχθεί στη χώρα του.

Ως προς τα αδικήματα για το οποία καταδικάσθηκε τελεσιδίκως ο αιτών και ιδίως, το αδίκημα της υπεξαγωγής εγγράφων, το Δικαστήριο έκρινε μεν ότι εμπίπτουν  στην έννοια του «ιδιαιτέρως σοβαρού αδικήματος», της οποίας γίνεται χρήση στο άρθρο 33 παρ. 2 της Διεθνούς Συμβάσεως της Γενεύης , πλην όμως ο Υπουργός Δημοσίας Τάξεως αρκέσθηκε στην επίκληση της τελεσίδικης ποινικής καταδίκης του αιτούντος και στην κρίση ότι, εκ μόνης της καταδίκης αυτής, συνάγεται ότι ο συγκεκριμένος αλλοδαπός είναι επικίνδυνος , χωρίς να προκύπτει , ούτε από την προσβαλλόμενη πράξη ούτε από τα λοιπά διαβιβασθέντα στο Δικαστήριο στοιχεία φακέλου, ότι ο Υπουργός προέβη σε ειδική ουσιαστική εκτίμηση περί του εάν, εν όψει των συνθηκών τελέσεως των ανωτέρω αδικημάτων και της  όλης προσωπικότητας του αιτούντος, ο τελευταίος συνιστά κίνδυνο για το κοινωνικό σύνολο, σε τέτοιο βαθμό, ώστε να επιβάλλεται η άμεση απομάκρυνσή του από την Ελλάδα.

 Το Δικαστήριο επίσης έκρινε ότι ήταν αναγκαία  η διατύπωση, από τον Υπουργό Δημόσιας Τάξης, αυτής της  ουσιαστικής εκτιμήσεως δοθέντος ότι η ποινή φυλακίσεως στην οποία καταδικάσθηκε τελεσιδίκως ο αιτών, μετατράπηκε, πάντως, σε χρηματική ποινή.

Το Δικαστήριο τέλος έκρινε περί της αναρμοδιότητας του οργάνου, που εξέδωσε την προσβληθείσα απόφαση (Γενικός Γραμματέας Υπουργείου Δημόσιας Τάξης αντί του αρμόδιου Υπουργού Δημόσιας Τάξης)

Αντίθετη μειοψηφία 2 μελών του Δικαστηρίου, σύμφωνα με την οποία νόμιμα και αιτιολογημένα εκτιμήθηκε από τη Διοίκηση ως επικίνδυνος για τη δημόσια τάξη και ασφάλεια αφού έχει εις βάρος του τελεσίδικη ποινική καταδίκη για παράνομη απασχόληση γυναικών σε νυχτερινά κέντρα και υπεξαγωγή εγγράφων, ενέργειες αντίθετες και προς τις αρχές των Ηνωμένων Εθνών.

Outcome: 

Δέχεται την αίτηση. Ακυρώνει την απόφαση του Υπουργού Δημόσιας Τάξης. Διατάσσει την απόδοση παραβόλου. Επιβάλλει στο Δημόσιο τη Δικαστική Δαπάνη του αιτούντος.

Observations/Comments: 

- Η απόφαση ερμηνεύει ορθά και συσταλτικά τις διατάξεις των άρθρων 32 παρ. 2 και 33 παρ. 2 της Σύμβασης της Γενεύης.  Προβαίνει σε κρίση για την ανάγκη ειδικής αιτιολόγησης και στοιχειοθέτησης της έννοιας του ιδιαιτέρως σοβαρού αδικήματος, η οποία (αιτιολόγηση) δεν εξαντλείται στην ύπαρξη τελεσίδικης απόφασης ποινικού δικαστηρίου. Επίσης προβαίνει σε συσταλτική ερμηνεία της συνδρομής των όρων της δημόσιας τάξης και ασφάλειας.

Επίσης η απόφαση ερμηνεύει ορθά ότι οι λόγοι ανάκλησης του καθεστώτος του πρόσφυγα αναφέρονται εξαντλητικά στο άρθρο 1Γ της Σύμβασης της Γενεύης, αντίθετα με την υιοθετηθείσα και ισχύουσα πλέον ενωσιακή και εθνική νομοθεσία, η οποία έρχεται σε αντίθεση με τη Σύμβαση της Γενεύης (άρθρο 14 της Οδηγίας …….. και άρθρο 14 του ΠΔ 96/2008 σύμφωνα με την οποία :  «4. Η αρμόδια αρχή απόφασης δύναται να μην χορηγεί, να ανακαλεί ή να αρνείται να ανανεώσει το καθεστώς που χορηγήθηκε σε πρόσφυγα όταν: α) μπορεί για εύλογους λόγους να θεωρηθεί ότι το πρόσωπο αυτό συνιστά κίνδυνο για την εθνική ασφάλεια β) το πρόσωπο αυτό, συνιστά κίνδυνο για την κοινωνία, λόγω τελεσίδικης καταδίκης του για τη διάπραξη ιδιαίτερα σοβαρού εγκλήματος»).

 

Α. Τσαμπάση, Αντιπρόεδρος, Προεδρεύουσα, σε αναπλήρωση του Προέδρου του Τμήματος, που είχε κώλυμα

Χ. Ράμμος,  Δ. Γρατσίας, Σύμβουλοι,

Ο. Ζύγουρα, Μ. Αθανασοπούλου , Πάρεδροι

Other sources cited: 

Οικουμενική Διακήρυξη για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (άρθρα 1,3,4,5,9 και 13)