Ελλάδα - Συμβούλιο της Επικρατείας, 4 Ιουλίου 2012, 2450/2012

Country of Decision:
Country of Applicant:
Date of Decision:
04-07-2012
Citation:
ΣτΕ 2450/2012
Court Name:
Συμβούλιο της Επικρατείας, Τμήμα Δ’
National / Other Legislative Provisions:
Greece - Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας (νόμος 2690/ 1999) (Administrative Procedure Code) - Άρθρο 20 παράγραφος 2 (Art 20 para 2)
Greece - Προεδρικό Διάταγμα 61/1999 (Presidential Decree) - Άρθρο 3 παράγραφος 5 (Art.3 para 5)
Greece - Προεδρικό Διάταγμα 96/2008 (Presidential Decree) - Α’ 152
Greece - Σύμβαση της Γενεύης 1951 Νομοθετικό Διάταγμα 3989/1959 (Geneva Convention 1951 Legislative Decree) - Α’ 201
Printer-friendly versionPrinter-friendly version
Headnote: 

Aίτηση ακυρώσεως κατά του Υπουργού Δημόσιας Τάξης.

Αναγνώριση καθεστώτος πρόσφυγα.  Σύμβαση της Γενεύης περί του καθεστώτος των προσφύγων. Συνθήκες κατά τις οποίες η άρνηση εκπληρώσεως στρατιωτικής θητείας για λόγους συνειδήσεως μπορεί να δικαιολογήσει τη χορήγηση του καθεστώτος του πρόσφυγα. Ο Υπουργός Δημόσιας Τάξης δεν αιτιολόγησε την απόκλισή του από τη γνωμοδότηση της αρμόδιας Επιτροπής ούτε προσέδωσε αοριστία ή άλλη νομική πλημμέλεια σε αυτή, ενώ μπορούσε να αναπέμψει προς επανεκτίμηση την υπόθεση ενώπιον του οργάνου αυτού. Δεκτή η αίτηση ακύρωσης.

Facts: 

Ο αιτών, υπήκοος Πακιστάν, εισήλθε  στην Ελλάδα στις 16/07/2000 και συνεληφθη.  Την 23/07/2000 και ενώ κρατείτο, υπέβαλε αίτημα ασύλου, δηλώνοντας ότι ανήκει στην εθνότητα του Κασμίρ, ότι εγκατέλειψε τη χώρα του για να μη στρατολογηθεί, καθώς και ότι δεν έχει υποστεί διωγμό, αλλά έχει χάσει στον πόλεμο πολλούς συγγενείς. Κατόπιν αυτού ο αιτών αφέθηκε ελεύθερος. Το αίτημά του απορρίφθηκε με απόφαση του Γενικού Γραμματέα του Υπουργείου Δημόσιας Τάξης, με την αιτιολογία ότι ο αιτών δεν μπόρεσε να τεκμηριώσει τους ισχυρισμούς του περί προσφυγικής ιδιότητας για λόγους αναγόμενους στο άρθρο 1Α της Σύμβασης της Γενεύης του 1951 και ειδικότερα από κανένα στοιχείο δεν προκύπτει ότι στη χώρα του αντιμετωπίζει κίνδυνο ατομικής δίωξης για λόγους φυλής, θρησκείας, εθνικότητας, κοινωνικής τάξης ή πολιτικών πεποιθήσεων καθώς και ότι είναι προφανές ότι εγκατέλειψε τη χώρα του για λόγους οικονομικούς και χρησιμοποιεί το αίτημα ασύλου για να διευκολυνει την στην Ελλάδα παραμονή του με σκοπό την εύρεση εργασίας και την βελτίωση των συνθηκών διαβίωσής του. Κατά της αποφάσεως αυτής ο αιτών άσκησε την από 23/07/2002 προσφυγή με την οποία ζήτησε την επανεξέταση της αιτήσεως του επικαλούμενος “βάσιμο και δικαιολογημένο φόβο δίωξης” στην χώρα καταγωγής του. Ενώπιον της Επιτροπής του άρθρου 3 παράγραφος 5 του Προεδρικού Διατάγματος  61/1999 ο αιτών δήλωσε ότι υπηρετούσε στον Πακιστανικό στρατό ως λογιστής, εγκατέλειψε όμως τη θέση του όταν διατάχθηκε να υπηρετήσει ως μάχιμος σε μονάδα που δραστηριοποιούνταν στο Κασμίρ, διότι δεν ήθελε να πολεμήσει. Ο αιτών επίσης δήλωσε και επικαλέστηκε ότι οι γονείς του, κάτοικοι Πακιστάν, παρενοχλούνται συνεχώς από τις Αρχές, εξαιτίας της φυγής του. Συγχρόνως ο αιτών κατέθεσε μεταφρασμένα έγγραφα σχετικά με την υπηρεσία του στον Πακιστανικό στρατό. Με την προσβαλλόμενη πράξη, η οποία εξεδόθη κατόπιν θετικής κατά πλειοψηφία γνώμης της άνωθεν Επιτροπής η προσφυγή του αιτούντος απερρίφθη.

Decision & Reasoning: 

Το δικαστήριο έκρινε ότι η άρνηση εκπληρώσεως της στρατιωτικής θητείας δεν στοιχειοθετεί αναγκαίως λόγο υπαγωγής στο  καθεστώς του πρόσφυγα ως ορίζεται από τη Συνθήκη της Γενεύης. Είναι μολαταύτα δυνατόν να θεωρηθεί ότι η άρνηση αυτή δικαιολογεί τη χορήγηση προσφυγικού καθεστώτος διότι τιμωρείται με ποινές δυσανάλογες με τις προβλεπόμενες για την οφειλόμενη σε άλλους λόγους άρνηση εκπληρώσεως θητείας ή εαν η εκπλήρωση θητείας θα συμπεριελάμβανε τη συμμετοχή σε εγκλήματα πολέμου ή εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας ή σε πράξεις που αντιβαίνουν προς τους σκοπούς και τις αρχές των Ηνωμένων Εθνών. Το Δικαστήριο έκρινε ότι εν προκειμένω η γνωμοδοτική Επιτροπή του άρθρου 3 παράγραφος 5 του Προεδρικού Διατάγματος 61/1999 γνωμοδότησε κατά πλειοψηφία υπέρ της αναγνωρίσεως του αιτούντος ως πρόσφυγα με την αιτιολογία ότι στην περίπτωση επανόδου του στη χώρα του «η τιμωρία που θα του επεβάλλετο για την πράξη για την οποία διώκεται (λιποταξία) θα ήταν δυσανάλογα μεγάλη σε σχέση με την πράξη του». Με την 9135/37247 20-09-2005 απόφασή του ο Υπουργός Δημόσιας Τάξης απέρριψε την προσφυγή του ήδη αιτούντος με την αιτιολογία ότι η απλή αντίθεσή του προς το καθεστώς της χώρας του δεν επαρκεί για τη θεμελίωση της αίτησής του, ότι από κανένα στοιχείο δεν προέκυψε ότι υπέστη ή ότι κινδυνεύει να υποστεί ατομική δίωξη από τις Αρχές της χώρας του για λόγους φυλής, θρησκείας, εθνικότητας, κοινωνικής τάξης ή πολιτικών πεποιθήσεων καθώς και ότι είναι προφανές ότι έφυγε από τη χώρα του για οικονομικούς λόγους και ότι χρησιμοποιεί το αίτημα ασύλου για να διευκολύνει την εδώ παραμονή του με σκοπό την εύρεση εργασίας και την βελτίωση των συνθηκών διαβίωσής του. Επιλογικά, το δικαστήριο έκρινε ότι λόγω του περιεχομένου της, η αιτιολογία της προσβαλλόμενης Υπουργικής απόφασης δεν είναι νόμιμη και επαρκής και κατά συνέπεια πρέπει να ακυρωθεί κατά τον βασίμως προβαλλόμενο λόγο. Το Δικαστήριο αιτιολόγησε την απόφαση του αυτή τονίζοντας ότι ο Υπουργός Δημόσιας Τάξης απέρριψε την προσφυγή αρκούμενος κατά βάση στην επανάληψη της αιτιολογίας της απόφασης του Γενικού Γραμματέα Δημόσιας Τάξης χωρίς να αιτιολογεί ειδικώς όπως επιβάλλεται από τη γενική αρχή του δικαίου, ως ορίζει η διάταξη του άρθρου 20 παράγραφος 2 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας, την απόκλισή του ή να προσδίδει αοριστία ή άλλη νομική πλημμέλεια στην απλή γνώμη της Επιτροπής του άρθρου 3 παράγραφος 5 του Προεδρικού Διατάγματος 61/1999, ενώπιον της οποίας έχει πάντως τη δυνατότητα να αναπέμψει προς επανεκτίμηση την υπόθεση εάν το κρίνει αναγκαίο.

Outcome: 

Δέχεται την αίτηση. Ακυρώνει την απόφαση του Υπουργού Δημόσιας Τάξης. Διατάσσει την απόδοση παραβόλου. Επιβάλλει στο Δημόσιο τη Δικαστική Δαπάνη του αιτούντος.

Observations/Comments: 

Πρόεδρος Μ. Βροντάκης, Αντιπρόεδρος, Πρόεδρος του Δ’ Τμήματος, Ηρ. Τσακόπουλος, Αντ. Σταθάκης, Σύμβουλοι, Η. Μάζος, Μ. Αθανασοπούλου, Πάρεδροι.