Ελλάδα - Συμβούλιο της Επικρατείας, 31 Δεκεμβρίου 2008, 4056/2008

Printer-friendly versionPrinter-friendly version
Headnote: 

Αίτηση ακυρώσεως του K.R. κατά του Υπουργού Δημόσιας Τάξης

Φόβος δίωξης λόγω εθνοτικής καταγωγής και ιδιαίτερης κοινωνικής ομάδας. Η διάταξη του άρθρου 1 παράγραφος 4 του Π.Δ. 61/1999, που πρέπει να ερμηνεύεται υπό το φως των οριζομένων στα άρθρα 3 και 22 της Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Παιδιού, αναγνωρίζει την ιδιαιτερότητα της κατάστασης των ασυνόδευτων ανηλίκων αιτούντων άσυλο για τους οποίους θεσπίζονται ειδικές διαδικαστικές εγγυήσεις.  Κατά την εξέταση των αιτημάτων ασύλου που υποβάλουν οι ασυνόδευτοι ανήλικοι πρέπει να συνεκτιμάται ο βαθμός της διανοητικής ανάπτυξης και ωριμότητάς τους και να λαμβάνεται υπόψη η ενδεχόμενη περιορισμένη γνώση της κατάστασης που επικρατεί στη χώρα τους καθώς και ότι διαφέρει ο τρόπος με τον οποίον εκφράζουν το φόβο δίωξης που διατρέχουν. Αποδίδεται ιδιαίτερη βαρύτητα στην ύπαρξη αντικειμενικών παραγόντων, βάσει των οποίων εκτιμάται η ύπαρξη βάσιμου και δικαιολογημένου φόβου δίωξης των ασυνόδευτων ανηλίκων στη χώρα καταγωγής τους. Ακυρώνεται η προσβαλλόμενη πράξη λόγω ανεπαρκούς αιτιολογίας γιατί από τα στοιχεία του φακέλου δεν προκύπτει η μέριμνα της Διοίκησης για το διορισμό ειδικού προσωρινού επιτρόπου του αιτούντα ασυνόδευτου ανήλικου ούτε γίνεται μνεία στην έκθεση προφορικής εξέτασης σχετικά με την εκτίμηση του βαθμού της πνευματικής ωριμότητάς του.

Facts: 

Ο αιτών, υπήκοος Αφγανιστάν, εισήλθε στην χώρα λάθρα, το Νοέμβριο του 2001, μέσω νήσου Κω, προερχόμενος από Τουρκία. Συνελήφθη από άνδρες του Λιμεναρχείου Κω και μετήχθη στην Υποδιεύθυνση Αλλοδαπών Θεσσαλονίκης, όπου, στις 3.12.2001, υπέβαλε αίτημα να αναγνωρισθεί ως πρόσφυγας, επικαλούμενος φόβο διώξεως λόγω της φυλετικής καταγωγής και της θρησκείας του. Ειδικότερα, ενώπιον των αρμοδίων οργάνων της Διοικήσεως ο αιτών, ο οποίος κατά την υποβολή του αιτήματος ασύλου ήταν 15 ετών, δήλωσε ότι ανήκει στην φυλή των ΗΑΖΑRΑ και στο θρήσκευμα είναι μουσουλμάνος Σιίτης. Περαιτέρω δε ισχυρίσθηκε ότι αναγκάσθηκε να εγκαταλείψει το Αφγανιστάν σε ηλικία 13 ετών λόγω του εμφυλίου πολέμου, εν όψει της φυλετικής του καταγωγής και των θρησκευτικών και πολιτικών προβλημάτων που επικρατούσαν στην χώρα, τα οποία καθιστούσαν δυσχερή την εξεύρεση εργασίας. Το αίτημα χορηγήσεως ασύλου απερρίφθη με την υπ' αριθμ. 95/41971/9.8.2002 απόφαση του Γενικού Γραμματέα του Υπουργείου Δημοσίας Τάξεως, κατά της οποίας ο αιτών άσκησε προσφυγή στις 17.9.2002. Ενώπιον της Γνωμοδοτικής Επιτροπής του άρθρου 3 παρ. 5 του Π.Δ. 61/1999 ο αιτών επανέλαβε τους ισχυρισμούς περί της φυλετικής του καταγωγής, δήλωσε ότι διαμένει στον Ξενώνα Ανηλίκων αιτούντων άσυλο του Εθνικού Ιδρύματος Νεότητας στα Ανώγεια Κρήτης, όπου παρακολουθεί μαθήματα και ζήτησε, επικουρικώς, να του επιτραπεί η προσωρινή παραμονή στην χώρα για ανθρωπιστικούς λόγους. Η Επιτροπή, αφού γνωμοδότησε, κατά πλειοψηφία, ότι στο πρόσωπο του αιτούντος δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις της από 28.7.1951 Συμβάσεως της Γενεύης για την αναγνώρισή του ως πρόσφυγα και την παροχή ασύλου, εξέφρασε την ευχή να του επιτραπεί η προσωρινή παραμονή στην χώρα για ανθρωπιστικούς λόγους. Κατόπιν αυτών, ο Υπουργός Δημοσίας Τάξεως, με την, ήδη προσβαλλομένη, υπ' αριθμ. 9135/41971/5.3.2004 απόφασή του, απέρριψε την προσφυγή του αιτούντος και έταξε σε αυτόν τρίμηνη προθεσμία, προκειμένου να αναχωρήσει οικειοθελώς από την χώρα. Στις 8.6.2004 ο αιτών υπέβαλε αίτηση θεραπείας ενώπιον του Υπουργού Δημοσίας Τάξεως, ζητώντας την επανεξέταση της υποθέσεώς του. Επί της αιτήσεως αυτής εξεδόθη η υπ' αριθμ. 95/41971-352893/9.7.2004 διαταγή της Διευθύνσεως Αλλοδαπών του Κλάδου Ασφαλείας και Τάξεως του Υπουργείου Δημοσίας Τάξεως, στην οποία, ειδικώς ως προς το αίτημα του αιτούντος να του επιτραπεί η προσωρινή παραμονή στην χώρα για ανθρωπιστικούς λόγους, αναφέρεται ότι το αίτημα αυτό έχει ήδη απορριφθεί με την προμνησθείσα απόφαση του Υπουργού Δημοσίας Τάξεως. Εξ άλλου, επί της από 9.9.2004 νέας αιτήσεως του αιτούντος προς τον Γενικό Γραμματέα Δημοσίας Τάξεως να επανεξετασθεί το αίτημα για την υπαγωγή του στο ειδικό καθεστώς του άρθρου 8 του Π.Δ. 61/1999, εξεδόθη η υπ' αριθμ. 95/41971-514723/24.9.2004 όμοια διαταγή, σύμφωνα με την οποία η νέα αίτηση του αιτούντος είναι καταχρηστική και δεν χρήζει απαντήσεως.

Decision & Reasoning: 

Το ΣτΕ παρέθεσε τα σχετικά άρθρα από την διεθνή, ευρωπαική και εγχώρια νομοθεσία που αφορούν στους ασυνόδευτους ανηλίκους αιτούντες άσυλο, διατάξεις τόσο αναγκαστικού όσο και μη δεσμευτικού χαρακτήρα οι οποίες μολαταύτα αναγνωρίζουν την ιδιαιτερότητα της συγκεκριμένης κατηγορίας αιτούντων άσυλο, για τους οποίους θεσπίζονται ειδικές διαδικαστικές εγγυήσεις. Το ΣτΕ τόνισε ότι η ειδική αυτή μεταχείριση συνίσταται, πέραν της φροντίδας για την εξασφάλιση της προσήκουσας εκπροσώπησης και καθοδήγησης του ανηλίκου κατά την διαδικασία του ασύλου, και στην τήρηση συγκεκριμένων κατευθυντηρίων αρχών κατα την εξέταση της βασιμότητας του αιτήματος. Ειδικότερα, κατά την εξέταση των αιτημάτων ασύλου ασυνόδευτων ανηλίκων πρέπει να συνεκτιμάται ο βαθμός διανοητικής ανάπτυξης και ωριμότητας των αιτούντων και να λαμβάνεται υπ' όψιν ότι οι τελευταίοι είναι ενδεχόμενο να έχουν περιορισμένη γνώση της κατάστασης που επικρατεί στην χώρα τους, ενώ ο τρόπος με τον οποίο εκφράζουν τον φόβο τους είναι δυνατόν να διαφέρει από αυτόν των ενηλίκων. Το ΣτΕ έλαβε υπ’όψιν ότι κατά την ημερομηνία υποβολής της αρχικής αιτήσεώς του για την αναγνώρισή του ως πρόσφυγα, ο αιτών ήταν 15 ετών και δεν συνοδεύετο από τους γονείς του ή άλλο κηδεμόνα. Το ΣτΕ έκρινε ότι από τα στοιχεία του φακέλου η Διοίκηση δεν μερίμνησε για τον διορισμό ειδικού προσωρινού επιτρόπου του αιτούντος, ούτε, άλλωστε, στην από 4.12.2001 έκθεση προφορικής εξέτασης γίνεται οποιαδήποτε μνεία σχετικά με την εκτίμηση, εκ μέρους του οργάνου που διενήργησε την εξέταση, του βαθμού πνευματικής ωριμότητας του αιτούντος. Εξ άλλου, κατά την διοικητική διαδικασία εξετάσεως του αιτήματός του ο αιτών επικαλέσθηκε την φυλετική του καταγωγή (Ηazara), το θρήσκευμά του (μουσουλμάνος σιΐτης) και την επικρατούσα στην χώρα του κατάσταση, προκειμένου να θεμελιώσει την ύπαρξη φόβου ατομικής διώξεως σε περίπτωση επιστροφής του στο Αφγανιστάν, ενώ επικουρικώς ζήτησε να του επιτραπεί η προσωρινή παραμονή στην χώρα για ανθρωπιστικούς λόγους.

Το ΣτΕ έκανε δεκτό ότι  ο αιτών επικαλέσθηκε ενώπιον της Διοικήσεως την συνδρομή αντικειμενικών παραγόντων, οι οποίοι, εν όψει των κοινώς γνωστών περί της καταστάσεως στο Αφγανιστάν κατά τον χρόνο εκδόσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως, ήταν, κατ' αρχήν, ικανοί να θεμελιώσουν το αίτημα για την παροχή ασύλου, δεδομένου, άλλωστε, ότι για την αναγνώριση αλλοδαπού ως πρόσφυγα δεν απαιτείται, οπωσδήποτε, να διαπιστωθεί ότι ο αιτών έχει υποστεί ατομική δίωξη αλλά αρκεί και η διαπίστωση αντικειμενικώς δικαιολογημένου φόβου ατομικής διώξεως.  Όσον αφορά στους ισχυρισμούς του αιτούντος για τη χορήγηση ανθρωπιστικού καθεστώτος, μολονότι το ΣτΕ αναγνώρισε ότι ενέχουν αοριστία, έκρινε ότι η Διοίκηση όφειλε, λαμβάνοντας υπόψην τις ειδικές συνθήκες της περιπτώσεως να εξετάσει εάν βασίμως επικαλείτο ο αιτών τη συνδρομή τους ως αντικειμενικών στοιχείων. Επιπλέον το ΣτΕ έκρινε ότι η αιτιολογία απόρριψης εκ μέρους της Διοικήσεως ήταν ανεπαρκής και ότι εν προκειμένω δεν τηρήθηκαν οι απαιτούμενες ειδικές διαδικαστικές εγγυήσεις. Αντίθετα η Διοίκηση όφειλε να ερμηνεύσειτους ισχυρισμούς του αιτούντος κατά την αληθή τους έννοια, να ερευνήσει ειδικότερα εάν ο τελευταίος διέτρεχε κίνδυνο διώξεως σε περίπτωση επιστροφής του στο Αφγανιστάν, εν όψει των κρατουσών στην χώρα αυτή συνθηκών, λόγω της φυλετικής του καταγωγής, της θρησκείας του καθώς και, ενδεχομένως, λόγω υπαγωγής του σε ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα (νέοι άρρενες ΗΑΖΑRΑ), προκειμένου να κρίνει, κατ' αρχάς, εάν συνέτρεχε περίπτωση αναγνωρίσεως στο πρόσωπο του της ιδιότητας του πρόσφυγα, άλλως, εάν ήταν δυνατόν να χορηγηθεί σε αυτόν άδεια προσωρινής παραμονής στην χώρα για ανθρωπιστικούς λόγους. Για τον λόγο της ανεπαρκούς αιτιολογίας, βασίμως προβαλλόμενο, το ΣτΕ έκανε την αίτηση δεκτή́, ακύρωσε την προσβαλλόμενη πράξη και ανέπεμψε την υπόθεση στην Διοίκηση προς νέα νόμιμη κρίση.

Outcome: 

Το ΣτΕ δέχθηκε την αίτηση.

Ακύρωσε την υπ' αριθμ. 9135/41971/5.3.2004

απόφαση του Υπουργού Δημοσίας Τάξεως και ανεπέμψε την υπόθεση στην Διοίκηση προς νέα νόμιμη κρίση.

Διέταξε την απόδοση του παραβόλου.

Επέβαλε στο Δημόσιο την δικαστική δαπάνη του αιτούντος.

Subsequent Proceedings : 

Η υπόθεση ανεπέμφθη στη Διοίκηση (Υπουργός Δημόσιας Τάξης)

Observations/Comments: 

Σύνθεση:Μ. Βροντάκης, Αντιπρόεδρος, Πρόεδρος του Δ' Τμήματος, Δ. Πετρούλιας, Π. Κοτσώνης, Σύμβουλοι, Η. Μάζος, Ο. Νικολαράκου, Πάρεδροι. Γραμματέας η I. Παπαχαραλάμπους.

Other sources cited: 

Οποιεσδήποτε άλλες πηγές που παρατ από το δικαστήριο στην απόφαση εκτός από νομοθεσία ή νομοθεσία υπόθεσης, π.χ. Οδηγίες UNHCR ή εκθέσεις NGO.