Ελλάδα - Συμβούλιο της Επικρατείας, 29 Ιουνίου 2009, Αριθμός Απόφασης 2160/2009

Error message

  • Notice: unserialize(): Error at offset 62 of 68 bytes in variable_initialize() (line 1202 of /var/www/web109/web/includes/bootstrap.inc).
  • Notice: unserialize(): Error at offset 2755 of 18711 bytes in variable_initialize() (line 1202 of /var/www/web109/web/includes/bootstrap.inc).
Country of Decision:
Country of Applicant:
Date of Decision:
29-06-2009
Citation:
Αριθμός Απόφασης 2160/2009
Court Name:
Συμβούλιο της Επικρατείας, Τμήμα Δ’
National / Other Legislative Provisions:
Greece - Σύμβαση της Γενεύης 1951 Νομοθετικό Διάταγμα 3989/1959 (Geneva Convention 1951 Legislative Decree)
Greece - Αναγκαστικός Νόμος 389/1968 (Φύλλο Εφημερίδας Κυβερνήσεως 125 Τεύχος Α) (Emergency Act)
Greece - Presidential Decree No. 61/1999
Printer-friendly versionPrinter-friendly version
Headnote: 

Οι αντιφάσεις των στοιχείων που προσκόμισαν ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας η Διοίκηση και ο αιτών άσυλο δημιουργούν σοβαρές αμφιβολίες για την ορθή καταγραφή των πραγματικών περιστατικών που επικαλέστηκε ο ενδιαφερόμενος για τον καθορισμό του καθεστώτος του πρόσφυγα και για την εν γένει νόμιμη εξέταση του επίδικου αιτήματος κατ’ εφαρμογήν της διαδικασίας που επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 2 παράγραφος 3 και 3 παράγραφος 7 του Προεδρικού Διατάγματος 61/1999.

Facts: 

Ο αιτών εισήλθε στην Ελλάδα λάθρα και υπέβαλε αίτημα ασύλου, ανέγραψε δε χειρόγραφα στην αίτησή του ότι είναι «άνθρωπος της θρησκείας» και, στο σημείο του εντύπου όπου

αναγράφεται η εθνικότητα του ενδιαφερομένου, ότι ανήκει στους «....» στην «έκθεση προφορικής εξέτασηςαιτούντος άσυλο» κατεγράφη, αντιθέτως, ότι ο αιτών είναι μουσουλμάνος, εθνικότητας Μπανγκλαντές και ότι ήρθε στην Ελλάδα για να εργασθεί. Το αίτημα απερρίφθη με την απόφαση 95/58148/22.11.2006 του Προϊσταμένου Κλάδου Ασφάλειας και Τάξης του Υπουργείου Δημόσιας Τάξης, με την αιτιολογία ότι δεν προέκυψε ατομική δίωξη του αιτούντος για έναν από τους αναφερομένους στο άρθρο 1Α τηςΔιεθνούς Σύμβασης της Γενεύης του 1951 λόγους και ότι ο αιτών εγκατέλειψε τη χώρα του προς αναζήτηση εργασίας και βελτίωση των συνθηκών διαβίωσής του. Κατά της πράξης αυτής, ο αιτών υπέβαλε προσφυγή, με την οποία προέβαλε ότι έχει βάσιμο φόβο δίωξης στη χώρα καταγωγής του. Σύμφωνα με το από 1.3.2007 πρακτικό της Γνωμοδοτικής Επιτροπής Ασύλου το οποίο περιλαμβάνεται στο φάκελο που απέστειλε η Διοίκηση στο Δικαστήριο, ο αιτών δήλωσε ότι εγκατέλειψε την πατρίδα του για πολιτικούς λόγους και συγκεκριμένα διότι, αν και ο ίδιος δεν είχε κάποια σοβαρή πολιτική ανάμειξη, οπαδοί αντίθετων πολιτικών κομμάτων υπέβαλαν εις βάρος του μηνύσεις για διάφορες ψευδείς κατηγορίες και ότι κινδυνεύει να φυλακισθεί «γιατί συχνά ενοχλούν τη σύζυγό του, ρωτώντας γι΄ αυτόν». Κατόπιν αυτών, η Επιτροπή γνωμοδότησε ομοφώνως υπέρ τηςαπορρίψεως της προσφυγής και ο Γενικός Γραμματέας, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε την προσφυγή με την εξής αιτιολογία: «ο αιτών, ο οποίος κατά την αρχική του αίτηση είχε δηλώσει ότι εγκατέλειψε τη χώρα του για λόγους οικονομικούς, δήλωσε ενώπιον της Γνωμοδοτικής Επιτροπής Ασύλου ότι εγκατέλειψε τη χώρα του φοβούμενος για τη ζωή του λόγω των πολιτικών αντιθέσεων – οι αβάσιμοι και αντιφατικοί αυτοί ισχυρισμοί, συνεκτιμώμενοι με την κατάσταση που επικρατεί τώρα στη χώρα καταγωγής του, δεν μπορούν να στοιχειοθετήσουν ατομικό φόβο δίωξης από τις αρχές της χώρας του εφόσον επιστρέψει σε αυτή, για λόγους φυλής, θρησκείας, εθνικότητας, κοινωνικής τάξης ή πολιτικών πεποιθήσεων, έτσι ώστε να αναγνωρισθεί στο πρόσωπο του η προσφυγική ιδιότητα - εκ των ανωτέρω διαφαίνεται ότι εγκατέλειψε τη χώρα του για λόγους οικονομικούς καιχρησιμοποιεί το αίτημα ασύλου για να διευκολύνει τη παραμονή του στη χώρα, με σκοπότην εξεύρεση εργασίας και τη βελτίωση των συνθηκών διαβίωσής του». Με την αυτή πράξη, ο Γενικός Γραμματέας έταξε στον αιτούντα τρίμηνη προθεσμία αναχώρησης από τη χώρα.

Decision & Reasoning: 

Το Συμβούλιο της Επικρατείας (ΣτΕ) ξεκίνησε παραθέτωντας τα στοιχεία του φακέλου καθώς και τη σχετική εγχώρια και διεθνή νομοθεσία. Κατόπιν, παρατέθηκε ότι με την κρινόμενη αίτηση, που συμπληρώνεται με δικόγραφο προσθέτων λόγων, ο αιτών προέβαλε ότι οι πράγματι προβληθέντες ισχυρισμοί του ως προς τον κίνδυνο δίωξης που διατρέχει σε περίπτωση επιστροφής του στο Μπανγκλαντές δεν κατεγράφησαν, ούτε έγιναν αντιληπτοί από τα αρμόδια όργανα και ότι το αίτημά του δεν έτυχε εξετάσεως κατ΄ ουσίαν από την Επιτροπή Ασύλου ή το Γενικό Γραμματέα που απέρριψε την προσφυγή του, δεδομένου ότι: α) ενώ ο ίδιος είχε δηλώσει στη γραπτή αίτηση παροχής ασύλου ότι είναι εθνικότητας ...... και ότι είναι «άνθρωπος της θρησκείας», στην έκθεση προφορικής του εξέτασης κατεγράφη ότι είναι μουσουλμάνος, εθνικότητας Μπανγκλαντές και εγκατέλειψε τη χώρα του για οικονομικούς λόγους και β) ενώ στο προαναφερθέν από 1.3.2007 πρακτικό της Γνωμοδοτικής Επιτροπής Ασύλου που περιλαμβάνεται στο φάκελο που απέστειλε η Διοίκηση προς το Δικαστήριο, ο αιτών φέρεται ότι δήλωσε τα εκτεθέντα στην προηγούμενη σκέψη (περί πολιτικών λόγων, κινδύνου σύλληψής του και υποβολής ψευδών μηνύσεων από οπαδούς αντίθετων πολιτικών κομμάτων), σε επικυρωμένο από τη Διοίκηση αντίγραφο του πρακτικού της αυτής Επιτροπής - που προσκομίζει ο ίδιος ενώπιον του Δικαστηρίου, φέρει την αυτή ημερομηνία 1.3.2007 και αφορά τον ίδιο τον αιτούντα και την εξέταση της προσφυγής του «κατά της πράξης 95/58148/22.11.2006» - αναγράφεται ότι «εγκατέλειψε τη χώρα του για οικονομικούς λόγους». Το ΣτΕ έκρινε ότι ενόψει των ανωτέρω αντιφάσεων, οι οποίες επιβεβαιώνονται από τα στοιχεία του φακέλου και το προσκομιζόμενο από τον αιτούντα επικυρωμένο αντίγραφο της γνωμοδότησης της Επιτροπής Ασύλου και αφορούν στην καταγραφή κρίσιμων για την εξέταση του αιτήματος ασύλου στοιχείων, όπως της θρησκείας του αιτούντος και των λόγων που τον οδήγησαν να εγκαταλείψει τη χώρα του, δημιουργούνται σοβαρές αμφιβολίες ως προς την ορθή καταγραφή των πραγματικών περιστατικών και την εν γένει νόμιμη εξέταση του επίδικου αιτήματος, μετά τήρηση της διαδικασίας που επιβάλλουν τα προαναφερθέντα άρθρα 2 παρ. 3 και 3 παρ. 7 του Προεδρικού Διατάγματος 61/99.Το ΣτΕ αποφάνθηκε ότιγια το λόγο αυτό, βασίμως προβαλλόμενο, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να γίνει δεκτή.

Outcome: 

Το Σ.τ.Ε. δέχτηκε την υπό κρίση αίτηση, ακύρωσετην πράξη 95/58148/19.3.2007 του Γενικού Γραμματέα του Υπουργείου Δημόσιας Τάξης κατά τα εκτεθέντα στο σκεπτικό, ανέπεμψε την υπόθεση στη Διοίκηση για νέα νόμιμη κρίση,επέβαλε στο Δημόσιο τη δικαστική δαπάνη του αιτούντος και διέταξε την απόδοση του παραβόλου.

Observations/Comments: 

Η εν λόγω απόφαση παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον καθότι δια μέσω αυτής εμφαίνονται μερικά από τα προβλήματα που υπάρχουν όσον αφορά στη διαδικασία ασύλου στην Ελλάδα και πιο συγκεκριμένα στη διεξαγωγή της προσωπικής συνέντευξης με τον αιτούντα κατά την εξέταση του αιτήματος ασύλου του. Ειδικά όσον αφορά στη διαδικασία των προσωπικών συνεντεύξεων, η έλλειψη διερμηνέων ή η ελλιπής καταρτισή τους είναι συχνό φαινόμενο που οδηγεί σε καταστάσεις όπως η υπο εξέταση υπόθεση. Στην περίπτωση αυτή, το ΣτΕ, αναλογιζόμενο τις αντιφάσεις που προέκυψαν από το φάκελο της υπόθεσης, έκρινε ότι αυτές δημιουργούν σοβαρές αμφιβολίες ως προς την ορθή καταγραφή των πραγματικών περιστατικών και την εν γένει νόμιμη εξέταση του επίδικου αιτήματος- ορθώς δε παρέπεμψε την υπόθεση στη Διοίκηση για νέα νόμιμη κρίση.

Σύνθεση δικαστηρίου: Π. Πικραμμένος, Αντιπρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας, Προεδρεύων, σε αναπλήρωση του Προέδρου του Τμήματος και της αναπληρώτριας Προέδρου, που είχαν κώλυμα, Ε. Σαρπ, Χ. Ράμμος, Σύμβουλοι, Ο. Ζύγουρα, Μ. Σωτηροπούλου, Πάρεδροι. Γραμματέας η Δ. Μουζάκη, Γραμματέας του Δ΄ Τμήματος.